
Σαν τον καπνό που βγαίνει από τη φωτιά πάναψε κανένας φτωχός ψαράς σε κάποιο ρημονήσι, και σε λίγο σβύνει και χάνεται από το πέλαγο, έτσι έσβυσες κ εσύ κι εσύ και πας, πατρίδα μου Μικρή Ασία.
Αφού το λοιπόν, ένα τέτοιο ακατάλυτο και χιλιοριζωμένο δέντρο ξεριζώθηκε, και μαράθηκε, και ξεράθηκε, και αποκαρβούνιασε, κ έλυωσε ολότελα, θα πεί πως έτσι θα χαθεί μιαν ημέρα κι ολάκερος ο κόσμος. Από τον καιρό που ήσουνα ακόμα ζωντανή, ακουγόσουνα στον κόσμο σαν κάποιο παραμύθι. Και τώρα πια που πέθανες, γίνηκες αγιασμένη Εδέμ κι αζύγωτος Παράδεισος για τα παιδιά σου, που κάθουνται παραπονεμένα κι ορφανεμένα «απέναντι του παραδείσου της τρυφής».
Η κληρονομιά μας πήγε σε άλλους, τα σπίτια μας ρημάξανε, ορφανοί γινήκαμε, δεν έχουμε πια πατέρα, οι μανάδες μας είναι σαν χήρες. Φαίνεται πως αμαρτήσανε οι πατεράδες μας, φουρτούνα ξέσπασε στα κεφάλια μας. Οι αρχόντοι μας φτωχέψανε, οι όμορφές μας ασχημήνανε, οι σπουδασμένοι μας μαραζώσανε, οι γερόντοι μας χαθήκανε, οι νηοί μας γεράσανε. Έλειψε η χαρά από την καρδιά μας, ο γάμος μας γύρισε σε θλίψη, έπεσε το στεφάνι από την κεφαλή μας.
Πλην εσύ ζεις και τα χρόνια σου δεν μετριούνται σαν τα χρόνια του πεθαμένου, παρά σαν του ζωντανού. Γιατί στάθηκες η κιβωτός η πνευματική, το κατοικητήριο Εκεινού που έχει τα εφτά πνεύματα του Θεού, κ Εκεινού, που βαστά τα εφτά αστέρια στο δεξί χέρι του, και που περπατά ανάμεσα στα εφτά λυχνάρια τα χρυσά.
Να, μέσα σε τούτο το βιβλίο είνε αποθησαυρισμένα λιγοστά από τα ακριβά πετράδια που στολίζουνε την άφθαρτη στολή σου, νύφη αγέραστη, χαρά της ανθρωπότητας. Από τον καιρό που πρωτοταίριαξε τα πρώτα ποιητικά λόγια ο άνθρωπος, στολίστηκες κ εσύ με τα πρώτα δροσερά πνευματικά λουλούδια, τότε που γλυκοχάραζε η ζωή πίσω από τα αρχαία βουνά σου, Ανατολή Ανατολών, Εφτάφωτη λυχνία, Μήτρα όπου έδωσες σάρκα στον τυφλό που μας έμαθε να βλέπουμε τον ωραίον κόσμο, εμάς πώχουμε μάτια. Εσύ γέννησες το δράκο της Έφεσος, παιδί σου στάθηκε και το κλειδωμένο στόμα της Σάμος, τα αγιασμένα στερνοπαίδια σου κηρύξανε την ελπίδα στον απελπισμένο τον κόσμο. Ποια μάνα άλλη γέννησε κι ανάθρεψε το Θεό, που επήρε κορμί κι έγινε άνθρωπος? Σ εσένα γίνηκε αυτό το φριχτό μυστήριο, από εσένα ανάτειλε τ άστρο τ αβασίλευτο, ο άρχοντας της ειρήνης, ο πρωτότοκος της αθανασίας. Κι από τα δικά σου παιδιά πρωτοδιάλεξε την αγγελική του δορυφορία, και δικό σου αίμα πρωτοράντισε τα θεμέλια της καινούργιας Ιερουσαλήμ, που δεν θα σαλευτούνε στον αιώνα. Η Ταρσός έβγαλε τον Παύλο, το εξαίσιο τέρας, η Αντιόχεια τον Ιγνάτιο, που έθρεψε τα λιοντάρια με εκατόν χρονών αγιασμένα κόκκαλα, η Σμύρνη τον Πολύκαρπο και τον Βουκόλο, η Έφεσος τον Τιμόθεο, η Πέργαμος τον Αντύπα. Από την κάθε πολιτεία σου βγήκανε πλήθος άνθρωποι άγιοι, Πατέρες, μάρτυρες, όσιοι, και γινήκανε σαν ένα σύννεφο αστραφτερό, που σε περισκέπασε με τη δόξα του.
Δέξου τα λοιπόν, σεβάσμια μητέρα, τούτα τα φτωχά λόγια από ένα τιποτένιο τέκνο σου, ύστερα από τόσα μεγάλα που σε τιμήσανε. Άμποτε να ξεκουραζότανε το κορμί μου στο απέραντο πλάτος σου, παρά ν άμαι ζωντανός μακρυά σου, δίχως να βρίσκω παρηγοριά. «Ίνα τι ουκ απέθανον εν μήτρα, και ουκ εγένετό μοι η μήτηρ μου τάφος μου? Ίνα τι εξήλθον εκ μήτρας, του βλέπειν κόπους και πόνους, και διετέλεσαν εν αισχύνη αι ημέραι μου?».
Φώτης Κόντογλου

Η Σμύρνη, συνδεδεμένη συνειρμικά με την τραγωδία του 1922, έχει ταυτιστεί στην κοινή νεοελληνική συνείδηση με τη θριαμβευτική κορύφωση και το οδυνηρό τέλος του ονείρου της Μεγάλης Ιδέας. Στη καταστροφή της όμορφης πόλης αποτυπώνεται το μαρτύριο ολόκληρου του μικρασιατικού Ελληνισμού.
Η εξαιρετική γεωγραφική θέση της καθόρισε την τύχη της καθ’ όλη τη μακραίωνη ιστορία της. Απόληξη των χερσαίων δρόμων του εμπορίου της δυτικής Μικράς Ασίας και από τα σημαντικότερα λιμάνια της ανατολικής Μεσογείου ήταν μητροπολιτικό κέντρο ήδη από τον 17ο αιώνα. Η εντυπωσιακή, όμως, οικονομική άνθηση, που γνώρισε κατά τον 19ο και τον πρώιμο 20ο αιώνα και η συνακόλουθη κοινωνική εξέλιξη ήταν αυτές, οι οποίες συντέλεσαν αποφασιστικά στη δημιουργία του θρύλου της Σμύρνης των νεότερων χρόνων.


Από τις νεότερες πόλεις της Μικράς Ασίας, οι Κυδωνίες (Αϊβαλί) ιδρύθηκαν στο τέλος περίπου του 16ου αιώνα από κατοίκους της Λέσβου οι οποίοι εγκατέλειψαν την πατρίδα τους αναζητώντας καλύτερους όρους διαβίωσης. Είναι άγνωστο πόσοι ήταν οι άποικοι όταν δημιουργήθηκε ο πρώτος οικισμός, η ανάπτυξη όμως της πόλης υπήρξε ραγδαία και από τα μέσα του 18ου αιώνα διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο στην οικονομική και την πνευματική ζωή της περιοχής που αποδίδεται κυρίως, στα προνόμια που παραχωρήθηκαν τότε στους χριστιανούς κατοίκους της πόλης από την οθωμανική διοίκηση.
Οι Κυδωνίες, με ελληνικό πληθυσμό γύρω στις 30.000 στις παραμονές της ελληνικής επανάστασης του 1821, ένα από τα σπουδαιότερα οικονομικά και πολιτιστικά κέντρα του υπόδουλου Ελληνισμού, το δεύτερο μετά τη Σμύρνη στη Μικρά Ασία, καταστράφηκε από τον τουρκικό στρατό που μπήκε στη πόλη στις 2 Ιουνίου του 1821.


‘‘ Τα νησιά που ’ναι σκορπισμένα μπροστά στο χερσόνησο, ανάμεσα στη μεγάλη στεριά και Μυτιλήνη, μετριούνται ίσαμε τριάντα. Ο Στράβωνας λέγει πως είναι είκοσι απάνω-κάτω, γιατί τα μικρότερα δεν τα λογαριάζει για νησιά. Ο Τιμοσθένης τ’ ανεβάζει σε σαράντα.
Οι αρχαίοι τα λέγανε Εκατόνησα, δηλαδή Απολλόνησα. « Εκατόνησοί εισίν, οίον Απολλόνησοι, Έκατος γαρ Απόλλων.»
Σήμερα τα λένε Μοσκονήσια, ίσως από τ’ όνομα ενούς κουρσάρου Μόσκου, που λημέριαζε απάνω τους ποιος ξέρει πότε.
Το πιο μεγάλο είναι το καθεαυτού Μοσκονήσι, που μπαίνει ανάμεσα στο χερσόνησο και στη στεριά και σφαλά το μπουγάζι τ’ Αϊβαλιού, όπως είπαμε αρχήτερα. Εξόν απ’ αυτό, χωριό δε βρίσκεται σε κανένα άλλο.


Ιστορική πόλη της Μικράς Ασίας, πρωτεύουσα του βασιλείου της Περγάμου κτισμένη στην εύφορη κοιλάδα της Τευθρανίας ανάμεσα στους ποταμούς Σελινούντα και Κήτειο, παραποτάμους του Κάϊκου ποταμού.
Το όνομά της κατά μία παράδοση, το οφείλει στον Πέργαμο, γιο του Νεοπτόλεμου και της Ανδρομάχης. Όνομα που σημαίνει ισχυρό φρούριο. Η ιστορία της πόλης ουσιαστικά αρχίζει το 301 π.χ όταν ο Λυσίμαχος, ένας από τους επιγόνους του Μ. Αλεξάνδρου, εμπιστεύθηκε στο διοικητή της Περγάμου Φιλέταιρο Τιανό, προς φύλαξη 9.000 τάλαντα. Αυτόν διαδέχθηκε ο Λυσίμαχος και εν συνεχεία ο Φιλέταιρος έως ότου ήλθε στην εξουσία ο Άτταλος Α! ο οποίος και χρησιμοποίησε το μεγαλύτερο μέρος του θησαυρού αυτού για να την εξωραΐσει. Το έργο συνέχισε ο διάδοχός του Ευμένης ο Β! ο οποίος έχτισε ένα πλήθος ναών και δημόσιων κτηρίων και ανάμεσά τους τον περίφημο βωμό της Περγάμου.
Η Πέργαμος όταν καταλήφθηκε από τους Ρωμαίους έγινε το μεγαλύτερο εμπορικό, πολιτικό και στρατιωτικό κέντρο της ρωμαϊκής επαρχίας της Ασίας. Η βιβλιοθήκη της ήταν από τις μεγαλύτερες του κόσμου, αλλά ο Αντώνιος χάρισε τα βιβλία της στη βασίλισσα της Αιγύπτου, την Κλεοπάτρα. Στην Πέργαμο άκμασε και ο διάσημος γιατρός της αρχαιότητας Γαληνός.


Περίφημη πόλη της Ιωνίας, που βρίσκεται στη δυτική όχθη του ποταμού Καϋστρου και νότια της Σμύρνης. Σύμφωνα με την παράδοση, πρώτοι κάτοικοι της Εφέσου ήταν οι Κάρες και οι Λέλεγες, οι οποίοι λάτρευαν στην περιοχή μία θεότητα της Φύσης, προκάτοχο της Εφεσίας Αρτέμιδος. Αργότερα, Ίωνες άποικοι κατέλαβαν την περιοχή διατηρώντας, ωστόσο, την λατρεία της τοπικής θεότητας, την οποία ονόμασαν Άρτεμη Εφεσία.
Η πόλη είχε στην αρχή ένα μικρό ναό, που αργότερα καταστράφηκε, για να κτιστεί το μεγαλόπρεπο Αρτεμίσιο, που η κατασκευή του κράτησε 120 χρόνια. Ο ναός αυτός, ένα από τα επτά θαύματα του αρχαίου κόσμου, ήταν το μεγαλύτερο οικοδόμημα της Ιωνίας. Το ιερό της Άρτεμης υπηρετούσαν ιερείς και ιέρειες παρθένοι, που ονομάζονταν Μεγάβυζ.


Πάντοτε μέσα στις καρδιές των Μικρασιατών που εκπατρίστηκαν μα και παντοτινά στους απογόνους των, θα φέγγει η Ιωνική σπίθα που θα κρατεί άσβεστη τη μνήμη. Σ' εκείνους τους τόπους τους ιερούς κι αλησμόνητους που χιλιετηρίδες έζησαν γενιές και γενιές με καθαρό Ελληνικό αίμα, πνεύμα και παράδοση, που ρίζες ζωής πολλών αιώνων μιλούν με ευλάβεια για θρησκεία και πατρίδα. Εκεί και η μικρή πόλη των Αλατσάτων των 19 χιλιάδων κατοίκων, ζούσε κι αναπαυόταν γεμάτη σφρίγος κάτω από τον αρχαίο Ιωνικό ουρανό της.
Σημαντική τομή στην ιστορία της πόλης ήταν ο πρώτος διωγμός το Μάιο του 1914. Μετά την ήτα της Τουρκίας στους βαλκανικούς πολέμους, οι Έλληνες κάτοικοι των Αλατσάτων εκδιώκονται βίαια από τον Οθωμανικό στρατό και στα σπίτια τους εγκαθίστανται μουσουλμάνοι πρόσφυγες των Βαλκανίων. Μετά την κατάληψη της πόλης από τον ελληνικό στρατό στις 20 Μαΐου του 1919 σημαντικό μέρος των προσφύγων επέστρεψε σταδιακά ως το 1920, με αποτέλεσμα την ανασυγκρότηση της πόλης η οποία διακόπηκε όμως εκ νέου μετά την ήττα και την


Η Φώκαια, παράλια πόλη και λιμάνι της Μ. Ασίας ιδρύθηκε περίπου τον 8ο π.Χ. αιώνα από Έλληνες αποίκους, Ιωνικής προέλευσης.
Για την ονομασία της, συνυπάρχουν δύο εκδοχές. Η μια υποστηρίζει πως το όνομά της το πήρε από το ότι πολλοί άποικοι κατάγονταν από τη Φωκίδα, ενώ η άλλη, επειδή η περιοχή αποτελούσε πέρασμα για τις φώκιες της Μεσογείου. Η δεύτερη αυτή εκδοχή ενισχύεται κι από νόμισμα της πόλης πάνω στο οποίο ήταν χαραγμένο κεφάλι φώκιας.
Κύρια ασχολία των Φωκαέων υπήρξε η ναυτιλία και το εμπόριο. Η περίοδος 605-560 π.Χ. είναι η πιο ένδοξη εποχή της εμπορικής θαλασσοκρατίας για τους Φωκαείς, που διατηρήθηκε μέχρι τον καιρό της βασιλείας του Κροίσου.
Η Φώκαια ήταν απ’ τις πιο μικρές πόλεις της Ιωνίας αλλά η πιο δραστήρια στο εμπόριο και τον αποικισμό ιδρύοντας ονομαστές αποικίες όπως τη Μασσαλία στη Γαλλία, το Εμπόριον στην Ισπανία, την Ελέα στην Ιταλία κ.α.


Πόντος! Εν άστρον φωτεινόν σ' Ελλενικούς αιώνας.
Αργοναυτών το όρωμαν και τη Ακρίτα κάστρον.
Νύφε ακριβοθώρετος τη Πόντου τη Ευξείνου,
Πυκνέσα δύσσα σα ραςά μάραντα φορτωμένα.
Πόντος! Αγέρας παρχαρί, θύμηρου μυρωδία,
Τη λύρας γλυκολάλεμαν, νερόπα πάντα κρύα.
Πόντος! Η πρώτεσα χαρά μ', το υστερνόν μ' ο πόνος.
Αροθυμώ και τραγωδώ, αροθυμώ και κλαίω.
Κι έρθενε χρόνια δίσεκτα, καταραμένα χρόνια
Ο ουρανόν ελίβωσεν, σην γην ποτάμ' το (γ)αίμαν.
Κ' εσκώθεν θρήνος θάνατος, πέρα περού σον Πόντον.
Ξαν κρούγ'νε οι Αγαρηνοί και καίγ'νε και ρημάζ'νε,


Δύσκολα μπορεί κάποιος να φανταστεί, πως μια και μόνη υπογραφή είναι ικανή να αφανίσει έναν πληθυσμό δεκαπέντε χιλιάδων χωρίς να πέσει ούτε μια τουφεκιά, χωρίς να χυθεί σταγόνα αίματος. Περισσότερη δυσκολία περιέχει η προσπάθεια να αντιληφθεί πως αυτός ο αφανισμός συντελέστηκε με την ΄΄ εκκωφαντική ΄΄ σιωπή και αδράνεια του επίσημου προστάτη αυτού του πληθυσμού.
Ίμβρος και Τένεδος . Αγκάθια στο Αρχιπέλαγος, αγκάθι και μαύρος αχινός καρφωμένα βαθιά στη φτέρνα της συνείδησης του επίσημου ελληνικού κράτους. Μια ένοχη εθνική σιωπή και δυο ακόμα χαμένες Πατρίδες. Ένα καταποντισμένο κομμάτι του Ελληνισμού, βυθισμένο στις εσχατιές της συλλογικής μνήμης, περιστοιχισμένο από διπλωματικές ήττες, πολιτικά εγκλήματα, κατάφωρες παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και εξευτελισμό των διεθνών συνθηκών, έτσι όπως αυτές ορίζονται και υπογράφονται από το ΄΄δίκιο των δυνατών΄΄, για να μεταβάλλονται σε άχρηστα κουρελόχαρτα την επομένη της υπογραφής.


Η Τένεδος παρά τη μικρή της έκταση, έχει αξιόλογη ιστορία. Τενέδος ονομάστηκε προς τιμήν του βασιλιά της Τέννη, ενώ στην αρχαιότητα ονομαζόταν Λεύκοφρυς. Μνημονεύεται δε, τόσο από τον Όμηρο στην Ιλιάδα, όσο και από το Βιργίλιο στην Αινειάδα. Η σημαντική θέση της στην ιστορία οφείλεται στη στρατηγική της τοποθεσία, απέναντι από την τρωική ακτή. Αποτέλεσε βάση ανεφοδιασμού των Ελλήνων κατά τον τρωικό πόλεμο. Το 492-479 κυριεύτηκε από τους Πέρσες για να περάσει διαχρονικά από τα χέρια Ελλήνων, Ρωμαίων, Βυζαντινών, Γενοβέζων και Οθωμανών Τούρκων. Το 1912, το ελληνικό ναυτικό υπό το ναύαρχο Παύλο Κουντουριώτη την απελευθέρωσε. Με τη συνθήκη όμως της Λωζάνης η Τένεδος μαζί με την Ίμβρο παραχωρήθηκαν οριστικά στην Τουρκία. Στην Τένεδο όπου υπάρχει μόνο ένα ομώνυμο χωριό, ως το 1922 λειτουργούσαν δύο ελληνικά σχολεία, το αρρεναγωγείο ή αγορίσιο και το ΄΄Πηνελόπειο΄΄


Τα Πριγκιποννήσια είναι ένα σύμπλεγμα νησιών στη Θάλασσα του Μαρμαρά, νότια της Κωνσταντινούπολης, το οποίο αποτελείται από 4 μεγάλα νησιά (Πρώτη, Αντιγόνη, Χάλκη, Πρίγκηπος) και 5 μικρότερα (Πίτα, Νέανδρος, Οξειά, Πλάτη, Αντιρόβυθος).
Αυτά μνημονεύονται για πρώτη φορά τον 4ο αιώνα π.Χ. από τον Αριστοτέλη με το όνομα «Χαλκηδόνιοι νήσοι» ή «Δημόνησοι», από το όνομα κάποιου Δημόνησου, ο οποίος πρώτος κατεργάστηκε τον υποθαλάσσιο χαλκό, που ανέσκαπταν στον παρακείμενο βυθό. Τα νησιά αυτά αποτέλεσαν από νωρίς τόπο εξόρυξης χαλκού, που ήταν πολύτιμο μετάλλευμα εκείνα τα χρόνια, από αποίκους Μεγαρείς, Αιολείς και Μιλησίους.
Η σημερινή ονομασία προήλθε από την εποχή που το μεγαλύτερο νησί υπήρξε ιδιοκτησία του βυζαντινού πρίγκηπα Ιουστίνου Κουροπαλάτη, στα 569 μ.Χ., ο οποίος έκτισε και ανάκτορο σε αυτό. Έκτοτε το νησί ονομάστηκε «Νήσος του Πρίγκηπος» και κατ' επέκταση τα γύρω νησιά «Πριγκηπόνησα». Πλήθος πριγκήπων και βυζαντινών αξιωματούχων κατέφευγαν στα ειδυλλιακά αυτά νησιά για ξεκούραση και συλλογισμό.



Ήταν κάποτε εκεί πέρα, πηγή λαών και χρόνων, στην άκρη της Θράκης, στο άγγιγμα της Μ. Ασίας. Εκεί στον «απεναντίον των τυφλών» τόπο, στη χώρα του μυθικού Μεγαρέα οικιστή Βύζαντα, στο Βυζάντιο. Εκεί «εις την Πόλιν» τη χτισμένη πάνω σε επτά λόφους, «εις την Πόλιν την επτάλοφο». «Εις την Πόλιν» την Πρωτεύουσα της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, που στους κόλπους της συντελέστηκε το αμάλγαμα του κλασικού πνεύματος με τον Χριστιανισμό για να διαμορφωθεί το ανθρωπιστικό ιδανικό, το θεμέλιο της σκέψης ολόκληρου του Ευρωπαϊκού πολιτισμού. Για σένα μιλάω Κωνσταντινούπολη, που ούτε το όνομά σου πια δεν αναγνωρίζεις. Για σένα που γεννήθηκες 330 χρόνια μετά τη γέννηση του Χριστού, πλημμυρισμένη από μοσχομυριστά θυμιάματα του μέλλοντος, που προοιώνιζαν δόξες ασίγαστες για χίλια και βάλε, χρόνια. Ήταν θέλημα Θεού όμως, όπως είπαν, να ακουσθεί η μητέρα όλων των κραυγών: «Εάλω η Πόλις». «Η Πόλη έπεσε». Κραυγή φρίττουσας ψυχής. Αποτρόπαια κραυγή, πληγής χαίνουσας της ψυχής μας, των αχράντων μας απάντων, στον αιώνα των αιώνων. Από τότε στις 29 Μαϊου του άραχλου 1453. Βλέπεις ακόμα τη νύχτα, βλέπεις τη φρίκη, βλέπεις το ποτάμι από Τούρκους, ορδές λιμασμένες, συνωθούμενες, να σκαρφαλώνουν στα ιερά τείχη, να χύνονται… αλαλάζοντας, πλημμυρίδα απίστων και κύματα να ορμούν στην Πόλη της Παρθένου Παναγιάς, την Πόλη της Σοφίας του Θεού, την Πόλη των Πόλεων «πασών κεφαλή», την Κωνσταντινούπολη!